Η Γλώσσα των Κυθήρων

Τσιριγώτικο Λεξικό

Α

Αβαλίζω = κάνω θόρυβο
Αβαντάρω = πλειοδοτώ
Αβελιμέντο, το = στενοχώρια
Άβι, το = κυνήγι
Αβιζάρω = εφιστώ αυστηρά
Αβίζο, το = ειδοποίηση
Αβοκάτος, ο = δικηγόρος
Αγάλικος, ο = ατρόμητος
Αγάντα, η = προσπαθώ να σηκωθώ, αρπάζω κάποιον
Αγκάνα, η = η βελόνα του σταχιού
Αγκανάρω = στενοχωρώ
Ακρομάζομαι = αφουγκράζομαι
Αγροικώ = ακούω
Άερο, το = κλίμα
Άθος, ο = στάχτη
Ακαπίστρωτος, ο = ατίθασος, ασυμμόρφωτος
Ακόντο, επιρ. = απέναντι, έναντι
Ακορντάω = συμφωνώ
Ακουντώ = χτυπώ με τον αγκώνα
Αλαντρετούρα, επιρ. = ίσια, ευθεία
Αλάργου, επιρ. = μακριά
Αλέγρα, επίρ = ζωηρά
Αλευρογυρίζω = στριφογυρίζω
Αλιμέντο = Διατροφή σε χωρισμένη μητέρα
Αλισβερίσι = ανταλλαγή
Άμε, επιφ. = πήγαινε
Αμεδά = αρνητικό μόριο
Αμόρε, το = έρωτας
Αμορόζος = αγαπητικός
Αμπασάδα, η = θέλημα, χάρη, δουλειά
Αναγέλαντρο, το = άνθρωπος που κοροϊδεύει τους άλλους
Ανακλανίζομαι = Τεντώνομαι, χασμουριέμαι σηκώνοντας τα χέρια ψηλά
Αναμάζωτος = αυτός που δε συμμαζεύεται, που όλο γυρνάει
Αναματσώνω = φοβερίζω με ραβδί
Αναπαρώνω = εξαφανίζω, κρύβω
Ανασκαντρώνω = ανατριχιάζω από το κρύο
Απαγγειάζω = κάθομαι σε απανεμικό μέρος
Απανεμίδα = απανεμικό μέρος, απάγκιο
Απαντονάρω = εγκαταλείπω
Απηλογία = πράγμα, εργαλείο
Απίκο = έτοιμος
Απόι = κι έπειτα
Αραγκιονάρω = συζητώ
Αριβάρω = φτάνω
Αριμανίως = αδιάκοπα
Αρμεγός = κουβάς για το άρμεγμα του γάλακτος
Ασβεντουρώ = ρίχνω κάτι μακριά, ρίχνω
Ασβελτοσύνη = γρηγοράδα
Ασκέλα = άγρια κρεμμύδα
Ασπετάκολο = Αιφνίδιο
Ασπετάρω = Περιμένω
Ασυφέρω = αναφέρω, κάνω λόγο για
Ατζί = γάμπα ή μπούτι
Ατσιδέντε, επιρ. = κατά λάθος
Αφές = κύριος

Β

Βαβλίζω = αγριοφωνάζω
Βαγιοκλαδίζω = περιποιούμαι επιμελώς κάποιον
Βασκίνα = υδροδεξαμενή
Βελεντούζα = αναποδιά
Βέντολο = βεντάλια
Βεντέμα = μεγάλη εσοδεία
Βέρα – μέντε = τουλάχιστον, αλλά
Βέρος = ειλικρινής, σωστός
Βέστα = φόρεμα
Βιάντζο = περίπατος
Βίγλα = παρατηρητήριο
Βιγλίζω = παρατηρώ
Βίρα ή βιράρω = τραβώ πάνω
Βοθρολακίζω = λιμνάζω στα νερά, πλημμυρίζω
Βουριανός = Κάτοικος από το Βούργο, το Κάστρο ή γενικότερα τη Χώρα
Βουτσέα = κοπριά βοδιών
Βόλτο = καμάρα
Βούτος = βουτιά
Βουρλισμένος = Λυσσασμένος
Βρεχτολαδέα = παξιμάδι βρεγμέμο με αλάτι, λάδι, συνοδεύεται κυρίως με ντομάτα

Γ

Γάδος = ξύλινος κάδος
Γαργάλι = σκανδάλη όπλου
Γδικιωμός = Εκδίκηση
Γειαμώ = λοιπόν
Γέμελα = τα δίδυμα
Γιαβουκλού = Ερωμένη
Γιαβουκλής = ερωμένος
Γιατάκι = κρεβάτι
Γιόμα = μεσημέρι
Γιοματάρι = κρασί από βαρέλι που μόλις άνοιξε
Γιόμος = γέμιση
Γιορτάνι = περιδέραιο
Γιούργια = εξόρμηση, επίθεση, ντου
Γκερεμέ = συνεχώς
Γκερίτζι = υπόνομος
Γκέστα, τα = μομφασμοί
Γκιόλι = γεμάτο
Γκιοτεύω = διστάζω, δειλιάζω
Γλακώ = τρέχω πολύ γρήγορα
Γλίδα = λίγδα, λέρα
Γούλα = λάχανο
Γροθί = μικρό ελαιόδεντρο από φυτώριο
Γωλώ = Απορώ, υποπτεύομαι

Δ

Δαιμονίζομαι = Θυμώνω, νευριάζω
Δειλό = πρώιμο
Διαγουμίζω = ληστεύω
Διάλισμα = χτένισμα
Διάτανος ή διάοτσος = διάβολος
Δονάκια, τα = κομματάκια, λεπτά και μακριά ξυλαράκια
Δράμω = τρέχω

Ε

Εδαδά, επιρ. = μόλις τώρα
Είντα = τι
Εινταλλώς, επιρ. = Πώς, με ποιο τρόπο
Εκειά = εκεί
Ελλόγου σου = η αφεντιά σου
Εμπασία = είσοδος
Εμπαχέρι = πρόχειρο
Έμποδο = ίχνος πατημασιάς
Ενάτι = πείσμα
Τζαβάγιο = βοήθεια
Ενόρδινε, επιρ. = σε ετοιμότητα
Νταρτανίζομαι = τεντώνομαι
Εντεσπεράρω = αγανακτώ
Έντο ε = νάτο
Εντομέ = Να ‘μαι, παρών
Ξεδουλεύω = παθαίνω ζημιά
Επαδά = εδώ
Ετά, ή ετού ή ετουδιά επιρ. = εδώ ή εκεί
Ετσά = έτσι
Ετσίδα = έτσι, με αυτόν τον τρόπο

Ζ

Ζαβέας = ζαβός, κουτός, παλαβός
Ζάρω = συνηθίζω να, έχω τη συνήθεια
Ζέφκι = καθισιό
Ζευζέκης= Δύστροπος
Ζούλα = κατσίκα
Ζουλώ = πιέζω
Ζουμπερό = Ζώο αρπακτικό ή άγριο
Ζουρίδα = αλεπού, κουνάβι
Ζώδι =  Καλό πεπρωμένο

Θ

Θανή = κηδεία
Θαρρώ = νομίζω
Θελέα = θηλιά

Ι

Ινταλλώς = με ποιον τρόπο
Ισκαριώτης = ταραχοποιός

Κ

Καβαλλώνα = ανδρογυναίκα
Καβαλίνα = κοπριά γάιδαρου
Καβίλια = ξύλινο καρφί
Κάβολο = λάχανο
Κατενάτσος = σύρτης, κλειδαριά
Κάζο = παράπονο
Καζούρα = αποδοκιμασία, αστείο πείραγμα
Καΐρης = τσιγκούνης, φιλάργυρος
Κακάρα = αγκινάρα
Καλαντάρι = ημερολόγιο
Καλιτσούνα = πίτα
Καπούτσο = το λάχανο όταν κάνει κεφάλι
Καπυράδα = πολύ θερμός αέρας
Κάρκανο = ξερός
Κατέω = γνωρίζω, κατέχω
Κατσί = γατί
Κατσιβώνω = ταπεινώνω
Κατσιφάρα = ομίχλη
Κόθρα = σπιτάκι
Κοθρέας = αλήτης, που όλο γυρίζει
Κοντράτο = συμφωνία, συμβόλαιο
Κόρδα = χορδή
Κουζουλός = ζωηρός, τρελός
Κούκιο = πρόσταγμα στο σκύλο να κάτσει κάτω ή να κοιμηθεί
Κουλούκι = κουτάβι
Κουρταλώ = χτυπώ αντικείμενο για να κάνω θόρυβο
Κουρτεζία = έπαινος, επευφημία
Κουσέγιο = κουτσομπολιό
Κούσκουνας = καρούμπαλο
Κουτσούνα = κούκλα
Κρέντιτο = πίστωση

Λ

Λαβωματέα = πληγή, τραύμα
Λακτακάκια, τα = πατημασιές
Λακτέα = κλωτσιά
Λαλά = γιαγιά
Λαμπαρώνω = στέκομαι ακίνητος
Λανός = πατητήρι
Λαντουρώ = καταβρέχω
Λαφάσσω = λαχανιάζω
Λελός = τρελός
Λέστεκο = στάβλος
Λεφούσι = πλήθος
Λιμάσσω = πεινάω πάρα πολύ
Λίμπερος = Ελεύθερος
Λιμπίζομαι = επιθυμώ με λαχτάρα, λιγουρεύομαι
Λιοκαρίζω = ξεραίνω στον ήλιο, αποξηραίνω
Λιτριβιδείο – Ελαιοτριβείο
Λογιάζω = βλέπω
Λοπώς = Λέω πως, υποθέτω
Λωγώ = έχω την απορία

Μ

Μαγαρικό = ποντικός
Μαραφέτι = μικρό κομμάτι, εργαλείο, πράγμα
Μαριόλος = Πονηρός
Ματσιπέτι = πεζούλα…
Μεμέτης = Τούρκος
Μενούτο = Λεπτό της ώρας
Μινουέτε = νεύμα
Μομέντο = στιγμή
Μουγκλαρώνω = κρατάω μούτρα
Μουράγιο = προκυμαία
Μουρμούρης = μεμψίμοιρος, γκρινιάρης
Μπαίγνιο = αυτός που γίνεται αντικείμενο εμπαιγμού, εξαπάτησης
Μπαμπακία = χωράφι με κηπευτικά και περιβολικά που δεν ποτίζεται
Μπάντα – λάντρα = Πέρα για πέρα, διαμπερώς
Μπαντιέρα = σημαία
Μπάτσος = χαστούκι
Μπιτίζω = τελειώνω
Μπομπόλι = σαλιγκάρι
Μπότζιο = βεράντα
Μπουζιάζω = δένω τα δύο πόδια του ζώου με κοντό σχοινί, για να μην τρέχει
Μπουρίζω = κολλάω αρρώστια
Μπούτα – Φέρμα = στα ίσα, έξω από τα δόντια

Ν

Νέτος = τελειωμένος, καθαρός
Νιτερέσο = συμφέρον, ενδιαφέρον οικονομικό θέμα
Νογάω = καταλαβαίνω
Νοματαίοι = άνθρωποι πολλοί, πλήθος
Νοφράγιο = Ναυάγιο, κατάντια, χάλι
Νταλαβέρι = συναλλαγή
Ντακόρντο = συμφωνία

Ξ

Ξεγαντζάρω = ξεφεύγω από
Ξεκαντηλία = ξαστεριά
Ξεκατουνίζω = ξεσπιτώνομαι, φεύγω από
Ξεμπάφαλος = χαστούκι
Ξιπούμαι = φοβάμαι, σκιάζομαι
Ξωμάχος = αγρότης, που δουλεύει στην ύπαιθρο

Π

Παιπανός = αυτός που δεν τρώει πολύ, αδύνατος
Πάρλα = κουβέντα, πολυλογία
Παρλάρω = πολυλογώ
Πατιρντί = επισόδειο, φασαρία, σκηνικό
Πατάλαδα, τα = κατακάθια του λαδιού
Περίκολο = κίνδυνος
Περτικουλάρω = υπερασπίζομαι, υπηρετώ
Πετάλαγας = ακρίδα
Πλαγιομάνος = κουκί
Πλιάτσικο = λεηλασία
Πολληώρα = πριν από λίγο
Πουλάνι = ο κάδος που χύνεται ο μούστος εξερχόμενος του πατητηριού
Πούντα = κρυολόγημα, άκρη ακρωτηρίου

Ρ

Ρακατζία = αποστακτήριο
Ραμολιμέντο = ερείπιο, γέρος
Ραχώνω = κόβεται η ανάσα μου από φόβο
Ρέμπελος = ελεύθερος
Ρεντίκολο = ρεζίλι
Ρούγα =δρόμος, σοκάκι

Σ

Σάλτο = πήδος
Σέμπρε = πάντα
Σενιάλε = σινιάλο
Σίγλος = κουβάς
Σινάμπελο = τοιχίο που συγκρατεί το χωράφι
Σκαλόρνιθα = μπεκάτσα
Σκαμπάζω = καταλαβαίνω
Σκάτολα = κιβώτιο
Σκουτέλα = λεκάνη
Σολάτσο = περίπατος, βόλτα
Σούφριο = κούφιο ξύλο
Σπάκα = πικροδάφνη
Σπαλέτο = κυθηραϊκό γυναικείο ένδυμα
Σπεντόνι = τόξο φτιαγμένο με πέτρες, ημικύκλιο
Στάμπα = σφραγίδα
Στραπάτσο = ζημιά
Στρούγκι = μούντζα
Σύμπορο = αγρός δίπλα στο σπίτι, περίβολος
Συναγωνώ = δρω ταχέως, βιάζομαι
Σώχωρα, τα = μαντρωμένα κτήματα

Τ

Τράϊστρο = ταγάρι
Τρατάρω = κερνώ
Τρουβάς = ταγάρι
Τρουλλώνω = Εξέχω, βρίσκομαι πιο ψηλά από, ξεπετάγομαι
Τσαγκουρνώ = γρατζουνώ
Τσερβέλο = μυαλό
Τσέρκλο = μεταλλικό στεφάνι του βαρελιού
Τσιριμόνια = φιλοφρόνηση, επιδεικτική περιποίηση

Φ

Φαγγλάτορας = αυτός που κυνηγά με φαγγλί, δηλαδή φακό ή λάμπα
Φαγγλώνω = θαμπώνω
Φαλαγκούνα = αράχνη
Φαλιτσέτα = μαχαίρι γυριστό, σουγιάς
Φασκία = επίδεσμος για τα μωρά
Φέρμα = δυνατά
Φέστα = γιορτή, φιέστα
Φόρτσα = δύναμη
Φορτσάτος = δυνατός
Φόσα = Στοά, καμάρα
Φούρια = βιασύνη
Φρόκαλο = σκουπιδάκι

Χ

Χάμαρη = σαν κατάρα, π.χ. που στη χάμαρη είσαι
Χαμπάρι = είδηση
Χαρχαλαιμός = μικρός θόρυβος από κάποιο κούνημα
Χαρχαλεύω = ψαχουλεύω, ανακινώ προκαλώντας θόρυβο

Bookmark and Share
Κορυφή
  • Τα Κύθηρα μαγνήτισαν τόσους καλλιτέχνες