Ο οικοτουρισμός στην Ελλάδα

Τα τελευταία 20 χρόνια, σε αντιδιαστολή με τον μαζικό τουρισμό, ή «τουρισμό του Αττίλα», αναπτύχθηκαν ορισμένες εναλλακτικές μορφές που χαρακτηρίζονται από ευαισθησία ως προς την προστασία της φύσης και της κουλτούρας μιας περιοχής. Σε αυτές συγκαταλέγεται και ο οικοτουρισμός, ένας από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς της τουριστικής βιομηχανίας. Είναι μια νέα μορφή τουρισμού της οποίας πρώτος στόχος είναι η προστασία του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, αλλά και η διατήρηση και προβολή των πολιτισμικών χαρακτηριστικών του τόπου.

Παρόμοιες προσπάθειες έχουν γίνει και στην Ελλάδα. Ήδη έχει σημειωθεί αξιόλογη πρόοδος, κυρίως στον τομέα των κτιριακών υποδομών, αν σκεφτεί κανείς ότι μόνο τα αγροτουριστικά καταλύματα υπολογίζονται σε πάνω από 1800. Ο οικοτουρισμός στη χώρα μας διανύει σήμερα ένα μεταβατικό στάδιο. Το νόημά του κινδυνεύει να αλλοιωθεί εξ’ αιτίας παρανοήσεων ως προς το περιεχόμενό του, της εμπορευματοποίησης του όρου και της έλλειψης κατάλληλου θεσμικού πλαισίου. Ο αφανής κίνδυνος όμως είναι η έλλειψη οργάνωσης. Στις παραγράφους που ακολουθούν, επιχειρείται μια σύντομη παρουσίαση των μορφών που παίρνει ο οικοτουρισμός στην Ελλάδα, η σχέση του με τις συγγενείς μορφές τουρισμού όπως ο αγροτουρισμός ή ο τουρισμός φύσης, τα πρώτα του βήματα, η σημερινή κατάσταση, και οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει.

Η Ελλάδα, είναι μία χώρα προικισμένη από τη φύση και γνωστή για την πλούσια ιστορία της. Προσφέρει άπλετο φως, ζεστή και φιλική θάλασσα, αλλά και μοναδικά μνημεία. Δεν έχει πάψει να προσελκύει εκατομμύρια τουριστών εδώ και πολλές δεκαετίες. Στα θετικά αυτής της εξέλιξης, η «πώληση» του προϊόντος «Ήλιος και Θάλασσα» από την τουριστική βιομηχανία, έχει αποφέρει τεράστια οικονομικά οφέλη στη χώρα, και έχει καταφέρει να συγκρατήσει πληθυσμούς στην επαρχία.

Όλα αυτά τα «εκατομμύρια» τουριστών θα πρέπει κάπου να κοιμηθούν, κάπου να φάνε, κάπου να πετάξουν τα σκουπίδια τους. Μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, αμέτρητες βίλες στις παράκτιες ζώνες, ταβέρνες επί ταβερνών, δρόμοι, ιδιωτικές πλαζ, καντίνες και... χωματερές άρχισαν να αλλοιώνουν ανεπιστρεπτί το φυσικό περιβάλλον. Αυτό το οποίο είναι και το κύριο τουριστικό μας κεφάλαιο. Είναι το λεγόμενο παράδοξο του τουρισμού: καταστρέφει αυτό το οποίο πουλάει ως προϊόν.

Στην ταινία «Φωνή Αιγαίου» της Λυδίας Καρρά (2004), όπως και σε πολλά ντοκυμαντέρ, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τις εικόνες αυτής της τρομερής αλλοίωσης που υφίσταται το φυσικό περιβάλλον της χώρας, καθώς και οι τοπικές κουλτούρες και κοινωνίες. Η αλλαγή αυτή σε πολλές περιοχές δεν είναι αντιστρέψιμη, δεν υπάρχει πια τρόπος να βρουν τον χαμένο τους χαρακτήρα. Υπάρχουν όμως ακόμα αμέτρητες γωνιές της Ελλάδας που έχουν μείνει ανέπαφες. Καθώς το τουριστικό εξακολουθεί να είναι το σημαντικότερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας, οι περιοχές αυτές θα πρέπει να αναπτυχθούν στον τομέα αυτό σύμφωνα με ένα νέο μοντέλο, το οποίο θα εξασφαλίζει την περιβαλλοντική και πολιτισμική προστασία τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το σενάριο θα επαναληφθεί.

Την ανάγκη οριοθέτησης της τουριστικής ανάπτυξης, και της προστασίας του φυσικού και πολιτισμικού μας πλούτου, έρχονται να καλύψουν κάποιες «κατηγορίες» τουρισμού, όπως ο αειφόρος (ή βιώσιμος) τουρισμός, ο οικοτουρισμός, ο αγροτουρισμός, ο τουρισμός φύσης κ.ά. Οι έννοιες αυτές πολύ συχνά συγχέονται, ενώ στην πραγματικότητα έχουν διαφορές.

Ο αειφόρος τουρισμός είναι ένα μοντέλο που προωθείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και αναφέρεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο κανόνων. Οι κανόνες αυτοί αρθρώνονται γύρω από το τρίπτυχο οικονομία, οικολογία και κοινωνία, και προτάσσουν την ανταγωνιστικότητα. Η χρήση του όρου είναι κυρίως πολιτική, και αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιο ολοκληρωμένο σχετικό σχέδιο.

Οι υπόλοιπες κατηγορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω αποδέχονται σε γενικά πλαίσια τις αρχές του αειφόρου τουρισμού , αλλά τις εξειδικεύουν ανά περίπτωση. Έτσι, ο αγροτουρισμός είναι η τουριστική εμπειρία σε κάποιο αγρόκτημα, η επιστροφή δηλαδή για λίγο καιρό σε έναν τρόπο και μια ποιότητα ζωής που δεν προσφέρει η πόλη, και που τείνει να εξαφανιστεί και από την επαρχία, ενώ ο τουρισμός φύσης, είναι συνυφασμένος με δραστηριότητες υπαίθριας αναψυχής (σκι, σαφάρι κτλ.) και κάποιες φορές μόνο παρουσιάζει στοιχεία προστασίας του περιβάλλοντος (πχ.: ορειβασία, πεζοπορία, ποδηλασία).

Ο οικοτουρισμός, το κύριο αντικείμενο του άρθρου αυτού, προτείνει μια πιο σφαιρική αντίληψη του τουρισμού χωρίς δηλαδή να περιορίζεται σε συγκεκριμένες θεματικές ενότητες. Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, είναι μια μορφή τουρισμού που απέχει από τον μαζικό, που προστατεύει το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους, σέβεται τα πολιτιστικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά ενός τόπου, σέβεται τις συνθήκες εργασίας, και, το σημαντικότερο, είναι οικονομικά βιώσιμος, δηλαδή αποδίδει μικρότερα ίσως, αλλά σταθερά έσοδα, και σε βάθος χρόνου. Η βιωσιμότητα αυτή οφείλεται στη διατήρηση των φυσικών πόρων, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν το κύριο τουριστικό κεφάλαιο ενός τόπου.

Ο οικοτουρισμός θα εκμεταλλευτεί τον ήλιο και τη θάλασσα, αλλά και τα δάση, τους υγρότοπους, τα βουνά, τα ποτάμια, τα αρχαία, τα μοναστήρια, τα μονοπάτια, τα αγροτικά προϊόντα, την παραδοσιακή διατροφή, τα τοπικά ήθη και έθιμα, τη λαϊκή τέχνη και όχι μόνο. Συνθέτοντας τα παραπάνω, θα απαντήσει σε μια βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου που στοχεύει στην εξερεύνηση του αγνώστου ή την επιστροφή στο «χαμένο παράδεισο».

Η οικοτουριστική λογική δεν αντιμετωπίζει τον φυσικό και πολιτισμικό πλούτο μιας περιοχής ως ένα προϊόν προς απλή πώληση. Αντίθετα, μέσα από ένα σύνολο αρχών και εντολών  εντάσσει και τα τρία επίπεδα παραγόντων του τουρισμού (κρατικούς φορείς, επαγγελματίες και τουρίστες), σε μια διαδικασία προστασίας της φύσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς από την αρχή έως το τέλος του ταξιδιού και πέρα από αυτό. Ο επιχειρηματίας θα διαφημίσει τον ιδιαίτερο πλούτο της περιοχής στον επισκέπτη, ο επισκέπτης θα τον αναζητήσει, και οι δύο μαζί θα τον προστατέψουν, με το κράτος να εγγυάται προβολή και νομοθετικές ρυθμίσεις.

Συνοψίζοντας το πνεύμα των αρχών και των εντολών του οικοτουρισμού, είναι πολύ σημαντικό το οικοτουριστικό ταξίδι να μην έχει μόνο ένα θέμα (πχ. αγροτική ζωή ή παρατήρηση της φύσης) αλλά να εντάσσει τον τουρίστα στην ζωή του τόπου, στις συνήθειες και τα έθιμα, και να του προτείνει δραστηριότητες τις οποίες ίσως να μην γνώριζε από πριν. Η σωστή διαχείριση της ενέργειας και των απορριμμάτων είναι επίσης ένας από τους κύριους στόχους του οικοτουρισμού, όπως είναι και η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η ενημέρωση των επιχειρηματιών και των τουριστών για την όλη προσπάθεια, η χρήση, στο μέτρο του δυνατού, αποκλειστικά και μόνο τοπικών προϊόντων, η χρήση οικολογικών υλικών και τοπικής αρχιτεκτονικής στα καταλύματα καθώς και ο σεβασμός των εργατικών δικαιωμάτων. Τέλος, ο οικοτουρισμός βοηθάει στην παράταση της τουριστικής περιόδου.

Ο οικοτουρισμός έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία. Προάγγελος προς αυτή την κατεύθυνση ήταν ένα πρόγραμμα του ΕΟΤ που άρχισε την δεκαετία του 80, και που αφορούσε στην αναπαλαίωση ιστορικών κτηρίων με σκοπό την χρήση τους ως ξενώνων. Βεβαίως ούτε λόγος τότε για οικοτουρισμό per se, αλλά ήταν ένα πρώτο βήμα. Ύστερα άρχισαν να έρχονται οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, οι οποίες αφορούσαν κυρίως στη διαφοροποίηση, δηλαδή την ενίσχυση των αγροτικών τουριστικών δραστηριοτήτων για τη συμπλήρωση του αγροτικού εισοδήματος. Ο αγροτουρισμός είναι κι αυτός μια πτυχή του οικοτουρισμού εάν παράλληλα προστατεύει το περιβάλλον.

Έτσι δημιουργήθηκε το 2001 η Αγροτουριστική ΑΕ, μια εταιρεία του τότε Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης, η οποία παρείχε βοήθεια και συμβουλές σε επιχειρηματίες που ήθελαν να επιχειρήσουν «αγροτουριστικά», τους ενέτασσε σε ένα δίκτυο προβολής, και απένειμε ένα «σήμα ποιότητας αγροτουρισμού». Η εταιρεία αυτή είχε στενή συνεργασία με τις κατά τόπους αναπτυξιακές εταιρείες, και είχε βοηθήσει να δημιουργηθούν περισσότερες από 700 επιχειρήσεις. Δυστυχώς, το 2009 η εταιρεία έκλεισε, αφήνοντας εκ νέου την υπόθεση του αγροτουρισμού, και κατ’ επέκταση του οικοτουρισμού χωρίς καμία οργάνωση σε εθνικό επίπεδο. Τα ηνία έχουν πάρει τώρα οι Περιφέρειες και οι τοπικές αυτοδιοικήσεις, οι οποίες παρουσιάζουν και διαφημίζουν, άλλες πολύ, άλλες ελάχιστα, κι άλλες καθόλου, τις «οικοτουριστικές επιχειρήσεις» της επικράτειάς τους, σε μια προσπάθεια διαφοροποίησης του τουριστικού τους προϊόντος.

Χαρακτηριστικό επίσης της σημερινής κατάστασης είναι το ζήτημα της οργάνωσης και διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών. Στην Ελλάδα τέθηκαν πάρα πολλές περιοχές υπό καθεστώς «νομικής προστασίας». Εθνικά πάρκα, Εθνικοί δρυμοί, υγρότοποι Ramsar, περιοχές Natura 2000, περιοχές Ιδιαίτερου φυσικού κάλλους κ.ά.,  αποτελούν το πιο σημαντικό φυσικό κεφάλαιο για την υποστήριξη των οικοτουριστικών δραστηριοτήτων. Εκτός όμως από λίγα παραδείγματα, οι περισσότερες περιοχές δεν διαθέτουν τοπικούς φορείς διαχείρισης, αλλά και όπου υπάρχουν είναι υποχρηματοδοτούμενοι και η διαχείρισή τους αναποτελεσματική.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί μια αξιόλογη κίνηση που γίνεται τα τελευταία χρόνια από τα τηλεοπτικά κανάλια που, στην πλειονότητά τους, προβάλλουν εκπομπές που παρουσιάζουν ταξίδια, περιπλανήσεις, εξερευνήσεις, αποδράσεις και γενικότερα οικοτουριστικές δραστηριότητες σε όλη τη χώρα. Ίσως αυτή η πολύπλευρη παρουσίαση της Ελλάδας να απαντά σε μια ανάγκη των τηλεθεατών να μετέχουν στην εμπειρία, έστω μέσω της τηλεόρασης. Σε κάθε περίπτωση, έχουν παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στο να γνωρίσει ο κόσμος τις ομορφίες του τόπου, και στην αναζήτηση τέτοιων δραστηριοτήτων.

Στην πράξη όμως, τί περιλαμβάνει ένα οικοτουριστικό ταξίδι στην Ελλάδα; Αν πάρουμε για παράδειγμα τα Κύθηρα, ένα νησί που διαθέτει και περιβαλλοντικό, και πολιτισμικό και ιστορικό κεφάλαιο, για ένα ταξίδι 7 ημερών, τον Απρίλιο, μιας τετραμελούς οικογένειας από την Αθήνα, δίνονται οι δυνατότητες των παρακάτω βημάτων:

-   Συλλογή ολοκληρωμένων πληροφοριών για το νησί στο διαδίκτυο και σε ταξιδιωτικούς οδηγούς, οι οποίοι παρουσιάζουν το οργανωμένο οικοτουριστικό δίκτυο των Κυθήρων: ιστορία, φύση, ήθη και έθιμα, δυνατότητες μετακίνησης και διαμονής, δραστηριότητες.

-   Μετακίνηση βασισμένη στο εξαιρετικό δίκτυο μέσων μαζικής μεταφοράς

-   Διαμονή σε παραδοσιακής αρχιτεκτονικής αγροτουριστικό (ή οικοτουριστικό) κατάλυμα που χρησιμοποιεί ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ανακυκλώνει τα απορρίμματά του είτε μέσω κομποστοποίησης, είτε μέσω του προγράμματος ανακύκλωσης του Δήμου

-   Εστίαση σε ταβέρνες οι οποίες σερβίρουν ντόπιες συνταγές παρασκευασμένες αποκλειστικά με προϊόντα του νησιού (όπως π.χ. βρεχτολαδέα, ξινόχοντρο με μελιτζάνες, λουβία  τηγανητά, ροζέδες και πάστα μύλου)

-    Συμμετοχή σε αγροτικές εργασίες παραγωγής βιολογικών προϊόντων (με ταυτόχρονη εκμάθηση της τεχνικής της «μπαμπακίας» , μελισσοκομίας, τυροκομίας),

-   Επίσκεψη στην μεσαιωνική πόλη του νησιού, την Παλαιόχωρα,  που μετά την αναπαλαίωσή της λειτουργεί ως υπαίθριο μουσείο

-   Περιήγηση μέσω οργανωμένου και σηματοδοτημένου μονοπατιού σε περιοχές Natura 2000, που προσφέρουν δυνατότητες παρατήρησης μεταναστευτικής ορνιθοπανίδας, άγριων λουλουδιών, σπηλαίων, πηγών και αγροκτημάτων με βιολογικές καλλιέργειες

-   Περπάτημα στο μονοπάτι των νερόμυλων στο Μυλοπόταμο, όπου η διαδρομή έχει σηματοδοτηθεί με πληροφορίες για τις δραστηριότητες των μύλων αυτών πριν φτάσει στο νησί το πετρέλαιο

-   Εθελοντική συμμετοχή σε αρχαιολογικές ανασκαφές που διενεργούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους από αρχαιολόγους και φοιτητές στην αρχαία πρωτεύουσα των Κυθήρων, το Παλιόκαστρο

-   Οργανωμένη επίσκεψη στα βυζαντινά ξωκλήσια του νησιού

-   Συμμετοχή σε εργαστήρια παραδοσιακής κεραμεικής, χορών ή μαγειρικής

-   Συμμετοχή στον εορτασμό του Πάσχα και των πανυγηριών, ζώντας έτσι την εμπειρία κοινωνικής ζωής της επαρχίας

Η εικόνα αυτή απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Δίκτυο επιχειρηματιών οικοτουρισμού δεν υπάρχει, η Παλαιόχωρα δεν είναι αναπαλαιωμένη, τα μονοπάτια δεν είναι σηματοδοτημένα, τα φαγητά μαγειρεύονται σπανιότατα με ντόπια προϊόντα και βεβαίως δεν υπάρχουν καθόλου μέσα μαζικής μεταφοράς. Το μόνο επιτυχές παράδειγμα που το νησί μπορεί να επιδείξει είναι αυτό της ανακύκλωσης. Αυτή η αντίθεση μεταξύ του ιδανικού και του πραγματικού, εκφράζει τις δυνατότητες που υπάρχουν για ανάπτυξη του οικοτουρισμού στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, την προσφορά του στον τοπικό πληθυσμό (τουρισμός πέραν των υψηλών περιόδων, προστασία του φυσικού περιβάλλοντος του τόπου) αλλά και τα θαρραλέα βήματα που πρέπει ακόμα να γίνουν από τους επιχειρηματίες, από τις τοπικές και εθνικές αρχές, αλλά και από τους τουρίστες που πρέπει να αναζητούν την ποιότητα στις διακοπές τους.

Κατά τη γνώμη μας, ο οικοτουρισμός αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα περνάει μια πρόωρη κρίση. Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος στόχος. Τα κοινοτικά κονδύλια αρχίζουν πια να μειώνονται, η οργάνωση σε εθνικό, ή έστω σε περιφερειακό επίπεδο είναι ανύπαρκτη, υπάρχει μια γενική ασάφεια γύρω από τις σωστές πρακτικές του οικοτουρισμού, καθώς και μια εμπορική και διαστρεβλωμένη χρήση του όρου. Επιπλέον, το κράτος και οι επιχειρηματίες τού τουρισμού σε γενικές γραμμές δείχνουν να θέλουν να διατηρήσουν αποκλειστικά το μοντέλο «Ήλιος και Θάλασσα» ως ακρογωνιαίο λίθο της τουριστικής πολιτικής της χώρας. Συμπληρωματικά μόνο, και συνήθως τυχαία, θα αναπτύσσονται δραστηριότητες που να οδηγούν έξω από το κλισέ. Για παράδειγμα, από το «ήλιος και θάλασσα» στις παραλίες της Κατερίνης, υπάρχει και ένα μονοπάτι που οδηγεί στον Όλυμπο.

Είναι γενικά αποδεκτό πως η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στην ποιότητα εάν θέλει να (ξανά-) γίνει ανταγωνιστική. Η θεαματική άνοδος των γειτόνων μας στο τομέα του τουρισμού, έχει απορροφήσει μεγάλους αριθμούς τουριστών που θα μας επισκέπτονταν εάν εκμεταλλευόμασταν ποιοτικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας. Γιατί από οικονομικής πλευράς, οι γειτονικές μας χώρες προσφέρουν περίπου το ίδιο προϊόν (ήλιος και θάλασσα) σε πολύ φθηνότερες τιμές. Από τη μία είναι δεδομένο πως η επένδυση στην ποιότητα είναι αυτή που θα μας ξαναφέρει στο προσκήνιο, αλλά από την άλλη, πρέπει να σκεφτούμε πολύ καλά τί είδους ποιότητα θέλουμε. Κατά τη γνώμη μας, η ποιότητα δεν μετριέται στον αριθμό «αστεριών» ή «κλειδιών» ενός ξενοδοχείου ή καταλύματος αντίστοιχα, αλλά στην αυθεντικότητα και την ποικιλία του τουριστικού προϊόντος που προσφέρουμε.

Ο οικοτουρισμός αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να αποτελέσει κάποια εναλλακτική πρόταση, γιατί δεν υπάρχει επαρκής οργάνωση και καμία συστηματική ενημέρωση. Οι υποψήφιοι οικοτουρίστες τις περισσότερες φορές συνδέουν τον οικοτουρισμό με δραστηριότητες στη φύση (και βλέπουμε ακόμα και διαφημίσεις για «οικουριστικές βόλτες με 4x4»!). Οι δε επιχειρηματίες διοικούν τις επιχειρήσεις τους αποσπασματικά κι ανοργάνωτα, άλλοτε με λαμπρά παραδείγματα, και άλλοτε χωρίς να σέβονται κάποιους βασικούς κανόνες του οικοτουρισμού που διακονούν. Τέλος, το θεσμικό πλαίσιο είναι κι αυτό ελλιπές. Δεν υπάρχει καμία νομική διαφοροποίηση στη μεταχείριση ενός οικοτουριστικού καταλύματος ή ενός οικοτουριστικού ταξιδιωτικού γραφείου, από τα αντίστοιχά τους του συμβατικού τουρισμού. Έτσι μειώνονται οι δυνατότητες επενδύσεων στον οικοτουρισμό, οι οποίες είναι συχνά πιο ακριβές. Επιπλέον, ενώ είναι μεγάλος ο αριθμός των προστατευόμενων περιοχών στη χώρα μας, η ουσιαστική προστασία και διαχείρισή τους είναι πολύ συχνά ανύπαρκτες.

Σ’ αυτή τη κρίσιμη καμπή για το μέλλον του τουρισμού στην Ελλάδα, προτείνονται ορισμένα βασικά βήματα προς μία καλύτερη οργάνωση του οικοτουριστικού προϊόντος ώστε να αποτελέσει ένα μοχλό ποιοτικής τουριστικής ανάπτυξης:

1)    Ίδρυση και λειτουργία ειδικής υπηρεσίας για την εποπτεία και την προώθηση σε εθνικό και διεθνές επίπεδο του οικοτουριστικού μας προϊόντος, καθώς και την εκπαίδευση και τη στήριξη των επαγγελματιών του χώρου

2)    Θέσπιση σήματος ποιότητας οικοτουρισμού για τις τουριστικές επιχειρήσεις που σέβονται αυστηρά συγκεκριμένα κριτήρια

3)    Έμφαση στην ανάπτυξη τοπικών δικτύων οικοτουρισμού από επιχειρηματίες, τοπικές αρχές και φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών, που να αξιοποιούν τα οικοτουριστικά πλεονεκτήματα του κάθε τόπου.

4)    Ενίσχυση των Φορέων διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών, και δημιουργία νέων όπου δεν υπάρχουν

5)    Αναδιάρθρωση του εθνικού τουριστικού προϊόντος σύμφωνα με μια αυθεντική και ειλικρινή εκτίμηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Ελλάδας

6)    Δημιουργία κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου για την διάκριση και προστασία των ιδιαιτεροτήτων των οικοτουριστικών επιχειρήσεων, προϊόντων και υπηρεσιών.

Κλείνοντας, πρέπει να τονίσουμε ότι η κατάσταση οικονομικής κρίσης που διανύουμε είναι και μία πρόκληση να οργανωθεί ο οικοτουρισμός έτσι ώστε να βγει από το περιθώριο και να αποτελέσει ένα μοχλό τουριστικής ανάπτυξης, προτείνοντας υπηρεσίες και αγαθά, επενδύοντας όχι μόνο στο περιτύλιγμα αλλά και στο περιεχόμενο, όχι μόνο στην όψη αλλά και στη γεύση, όχι μόνο στο μύθο αλλά και στην ουσία, με άλλα λόγια, στην πραγματική εμπειρία.

Φοίβος Τσαραβόπουλος

 



[1] Με εξαίρεση κάποιες πτυχές του τουρισμού φύσης
[2] Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού (UNWTO), και την Διεθνή Εταιρεία Οικοτουρισμού (TIES)
[3] Λουβία ονομάζονται τα κουκιά στην κυθηραϊκή διάλεκτο
[4] Η «μπαμπακία» είναι μια μορφή καλλιέργειας ζαρζαβατικών που έχει αναπτυχθεί στα Κύθηρα. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο γεγονός πως δεν ποτίζεται από τους ανθρώπους, αλλά χρησιμοποιεί την υγρασία της φύσης ως υδάτινο πόρο.

 

Δείτε όλα τα άρθρα

Κορυφή
  • …και κάτου από τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο Απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ’ αφρισμένο (Ταξίδι στα Κύθηρα, Κώστας Ουράνης 1690 – 1953)